Στη δεκαετία του 1960, η θαλάσσια επικοινωνία των Κουφονησίων βασιζόταν σε μια πρακτική που χαρακτήρισε για χρόνια τις Μικρές Κυκλάδες. Τα μεγάλα πλοία παρέμεναν αρόδο, καθώς οι λιμενικές υποδομές του νησιού ήταν περιορισμένες. Η σύνδεση με τη στεριά γινόταν με καΐκια, που πλησίαζαν προσεκτικά στο πλευρό του πλοίου και μετέφεραν έναν έναν τους επιβάτες.
Η διαδικασία απαιτούσε συντονισμό, εμπειρία και ψυχραιμία. Το πλήρωμα πετούσε σχοινιά, τα καΐκια σταθεροποιούνταν δίπλα στο πλοίο και οι άνθρωποι περνούσαν με βοήθεια από ναύτες και βαρκάρηδες. Μαζί τους κατέβαιναν αποσκευές, σακιά, τρόφιμα, καλάθια, εργαλεία και ό,τι είχε ανάγκη το νησί.
Στον ντόκο περίμεναν συγγενείς, γείτονες και παιδιά. Η άφιξη του πλοίου έφερνε πρόσωπα, ειδήσεις, παραγγελίες, προμήθειες και μικρές μεταβολές στον ρυθμό της καθημερινότητας. Η θάλασσα λειτουργούσε ως δρόμος και όριο μαζί· άνοιγε την επικοινωνία με τον έξω κόσμο, ενώ κάθε ταξίδι εξαρτιόταν από τον καιρό, τα μποφόρ και την αντοχή των ανθρώπων.
Πριν από την κατασκευή της προβλήτας το 1986, αυτή η διαδικασία αποτελούσε τον βασικό τρόπο σύνδεσης του νησιού. Τα καΐκια κράτησαν ζωντανή την επικοινωνία των Κουφονησίων με τις υπόλοιπες Κυκλάδες και με τον Πειραιά, μεταφέροντας ανθρώπους, εμπορεύματα και μνήμες από μια εποχή όπου κάθε άφιξη είχε τη σημασία ενός συλλογικού γεγονότος.